Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

M. Παρασκευή

                                         Η Μάννα του Χριστού

Κατεβάζω στα μάτια τη μάυρην ομπόλια,
για να πάψη  ο νους με τα μάτια να βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεμονιάς σε κυκλώνει λεπτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πως μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αίμα τα ’στήθια, που βύζαξες γάλα.

Πως αδύναμη στάθηκε, τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρὰ Γεροσόλυμα Καίσαρας να μπης!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιὸ τ᾿ όνομά σου!


Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ άγνωμα πλήθη
κι᾿ όσο ο ήλιος να πέσῃ και νάρθῃ το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κι᾿ οι φίλοι.


Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι᾿ ακόμα
σα ρωτήσανε: «Ποιὸς ο Χριστός;» τι ῾πες «Να με!»
Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δε σ᾿ έμαθ᾿ ακόμα!

Κώστας Βάρναλης
πηγή: Google

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου