Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Της Αγάπης

Να 'ξερες πως λαχτάριζα τον ερχομό σου Αγάπη
που ίσαμε τα σήμερα δε σ' έχω νιώσει ακόμα
μα που ένστικτα το είναι μου σ΄αναζητούσεν, όπως
την γόνιμη άξαφνη βροχή, το στεγνωμένο χώμα

Πόσες φορές αλίμονο! δε γιόρτασα, θαρρώντας
πως επιτέλους έφτασες, Εσύ που 'χες αργήσει
σα μυγδαλιά, που ηλιολουστες ημέρες του χειμώνα
τη ξεγελάνε, βιάζονταν κι εμε η ψυχή ν’ ανθίσει

Μα δεν ερχόσουνα ποτές και μέρα με τη μέρα
τ' άνθια σωριάζονταν στη γης από τον κρύο αγέρα.
Κι είναι η ψυχή μου πιο γυμνή, παρά προτού ν' ανθίσει.
και σήμερα που η νιότη μου γέρνει αργά στη δύση,
του ερχομού σου σβήνεται κι η τελευταία ελπίδα.

Φοβάμαι πως επέρασες Αγάπη και δεν σ' είδα!.

Κώστας Ουράνης: της Αγάπης

πηγή: Google

Χρόνια Πολλά λοιπόν σε όσους αγαπούν πραγματικά με την καρδιά τους και δεν βιώνουν τον έρωτα σαν στείρα ηδονή αμπαλαρισμένη σε κουτάκια με σοκολάτες και κόκκινες καρδούλες.
  Χρόνια Πολλά για την αγάπη που αντέχει, που υπομένει, που συγχωρεί, που ελπίζει, που δεν είναι μόνο απόλαυση, δεν είναι έλξη, δεν είναι επιθυμία, δεν δεσμεύεται από ζήλεια, ή κτητικότητα. 
 Χρόνια Πολλά για την αγάπη που είναι" μακρόθυμη, ανεκτική, δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δεν ζητεί το συμφέρον," όπως λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Κορινθίους επιστολή του.
 Γιατί αγάπη είναι η αρετή της ειλικρίνειας και του σεβασμού. Είναι το συναίσθημα που διαφοροποιεί το "αγαπώ" από το "θέλω και επιθυμώ"

"Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου αγάπη, μ΄όλη μου τη δύναμη...........
να το φωνάξω τόσο δυνατά, που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει
να τ΄ ακούσει ο χρόνος και να μη σ΄αγγίξει αγάπη μου, ποτέ. (Τάσος Λειβαδίτης)

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Οδός Ονείρων

Η μπαλάντα του Χατζηδάκι της έφερε δάκρυα. Η μελαγχολική σχεδόν αισθησιακή χροιά της φωνής του με τους ήχους της ρομβίας άγγιζε τα μύχια της ψυχής της. Γλυκιά νοσταλγική αίσθηση που ξύπνησε μνήμες ανοίγοντας μια πόρτα στο όνειρο.

Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας
Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες μα και πολύ σιωπή.
Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό μα κι αβάστακτο ουρανό.
Εδώ σ’ αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν
τα όνειρα τόσων παιδιών...........

Έξω έπεφτε μια σιγανή παραπονιάρικη βροχή. O αέρας μύριζε σαπισμένα φύλλα και κάπνα από αναμμένα τζάκια. Αφηρημένα χάζευε τις φλόγες που σκορπούσαν μια γλυκιά ζεστασιά.
Μια κούπα καφέ. Στο κατακάθι του ψάχνει τις λέξεις. Κι όπως πέφτει σιγά-σιγά η νύχτα, στου χρόνου την αντοχή ακουμπάει τις μνήμες. Απόψε φυσάει αναμνήσεις.
Να-καλή ώρα όπως τώρα- να είναι βράδυ, να ψιλοβρέχει, να κουρνιάζει στην αγκαλιά της μάνας που μυρίζει αγάπη και με κλειστά τα μάτια να απολαμβάνει το πιο όμορφο παραμύθι που το ‘χει χιλιοακούσει μα κάθε φορά να της φαίνεται ακόμα πιο όμορφο. 
-Στα παλιά χρόνια μια φορά…………

Στα παλιά χρόνια…… αλήθεια πως πέρασαν τα χρόνια. Πότε ήταν παιδί στην πιο όμορφη, την πιο τρυφερή ηλικία που στροβίλιζε τη ζωή σαν το νήμα της σβούρας, που κρέμαγε τα όνειρα στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων για να σεργιανάει η ψυχή, που έκρυβε στις ξερολιθιές μαζί με τ' αγριόχορτα τα μυστικά φιλιά αντάμα με τα δάκρυα μιας πρώιμης αγάπης.
-Εσείς θα ζήσετε σε καλύτερα χρόνια….. Έτσι τελείωνε το παραμύθι.
Το πίστευε. Ανυπομονούσε να φύγει έξω απ’ τα στενά περιθώρια της μικρής κοινωνίας. Ευφάνταστα παιδικά όνειρα.
Ήθελε πάντα ένα σπίτι ψηλά στο λόφο, να απλώνεται το βλέμμα ως κάτω, τα πυρωμένα καλοκαίρια να νιώθει τη φλόγα της γης, ν’ ακούει το σφύριγμα του ανέμου τους παγωμένους χειμώνες, να χορταίνει πράσινο με την ανασαιμιά της άνοιξης. Ένα σπίτι να φτιάξει την ζωή στα μέτρα της ψυχής της, όχι σπουδαία πράγματα, μια οικογένεια να γεμίσει περιεχόμενο και αγάπη, όνειρα ρομαντικά, ανθρώπινα, γεμάτα αισιοδοξία και ελπίδα. Χαρές, λύπες, εμπειρίες, όλα όσα δίνουν στη ζωή κατεύθυνση, νόημα και σοφία. Ένα σπίτι κι ένα κήπο που στις τελευταίες ανταύγειες του ήλιου θα έπαιρνε ρόδινο χρώμα.
Ξέμεινε η ζωή στα κοριτσίστικα όνειρα. Η ελπίδα πάντα ακροβατούσε στην άκρη της ψυχής της. Όσο τα χρόνια άσπριζαν τα μαλλιά της αχνοφαινόταν μάταιη.
Τόσο που ήταν πια σίγουρη πως υπάρχει μια προκαθορισμένη πορεία για κάθε άνθρωπο. Απ΄ τον ίδιο εξαρτάται η επιλογή του ρόλου.  Ήταν απλά τα πράγματα.
 Της πέταξε η ζωή δυο ψίχουλα κατάμουτρα κι αυτή δεν βρήκε ούτε μια τόση δα λεξούλα να την αποστομώσει. Τα δέχτηκε. Έλεγε δεν πειράζει. Έχτιζε αξιοπρέπεια γιατί ζύγιζε πιότερο στη ζυγαριά της ζωής. Έδινε πάντα προτεραιότητα στους άλλους, δεν μετάνιωσε ποτέ.
 Έτσι είχε μάθει. Να μετουσιώνει μέσα από μνήμες τα βιώματα. Σάμπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς Τα βιώματα είμαστε εμείς-έλεγε- δεν μπορούμε να τα αρνηθούμε. Πάλευε σ’ όλη της τη ζωή, στο τέλος συμβιβάστηκε. Τώρα πια το μονοπάτι της δεν έχει σταυροδρόμι, τώρα πια δεν έχει δικαίωμα επιλογής.
Το χθες ένα όνειρο ήταν μόνο, το αύριο αναμενόμενο, το σήμερα; Να είναι άραγε η ευαισθησία της ηλικίας; Τελευταία όλο και πιο συχνά την πιάνει η έγνοια του ανεκπλήρωτου. Τώρα που πλησιάζει την έβδομη δεκαετία της ζωής της μήπως ν’ αρχίσει να διαγράφει σφάλματα, συνήθειες και σκέψεις;… Αν προφταίνει. Γιατί η κλεψύδρα δίχως έλεος κλέβει το χρόνο.

Oδός ονείρων…..είναι ο δρόμος που κατοικούμε, μικρός, ασήμαντος, λυπημένος μα κι απέραντα ευγενικός....


Μια βροντή κάλυψε τον ήχο της μουσικής και διέκοψε τη σκέψη της επαναφέροντάς τη στο σήμερα. Τρόμαξε, πάντα την τρόμαζαν οι αστραπές.  Βάλθηκε να σκαλίζει τη φωτιά στο τζάκι. Δεν άναψε φως. Η φλόγες φώτιζαν το χώρο. Έφτιαξε καινούργιο καφέ κι έβαλε κάτι πιο χαρούμενο στο ράδιο.

Αννίκα

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Φεβρουάριος

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε

Ξημέρωμα Κυριακής

Να ξημερώνει Κυριακή μ’ ένα ψιλόβροχο και που και που να αστράφτει και να φεγγοβολά ο τόπος. Ζεστό το χνώτο στα ξυλιασμένα χέρια της.
Στο διάφανο της στάλας της βροχής που τρέχει από τα τζάμια και στην αναλαμπή της αστραπής να καθρεφτίζεται θολή η μορφή της. Γέρασε πριν την ώρα της. Αυτός ο κόμπος στο λαιμό που την πνίγει. Βαρέθηκα, της ξέφυγε δυνατά. Τρόμαξε απ' την χροιά της φωνής της.  Χαμένο όνειρο σαν αυτό λίγο πριν το ξημέρωμα. Αυταπάτη του τίποτα. Ψευδείς πεποιθήσεις. Μ’ ένα ψέμα επουλώνει τις πληγές, ξοδεύει τη σκέψη σε λεπτομέρειες για όσα δεν διάλεξε, για όσες φορές υποχώρησε, ανέχτηκε, συμβιβάστηκε. Πρέπει να μάθω να ανορθώνομαι όταν θεριεύει ο πόνος,σκέφτηκε.
 Όνειρα εγκλωβισμένα στην άκρη της ψυχής της που σφιγμένη με το ζωνάρι της συνήθειας ασφυκτιά αλλά υπομένει καρτερικά. Χρόνια να ψάχνει ένα μέρος να απαγκιάσει. Κι αυτά που της έδωσε η ζωή ψίχουλα λιγοστά που τα σκόρπισε η ανεμοζάλη στην αλάνα που έπαιζε παιδί μαζί με τα λασπόνερα. Εκεί μείναν θαμένα ως τα εξήντα της. Κι ύστερα πια το πήρε απόφαση, μάζεψε τα κομμάτια των στεναγμών χωρίς προσποιητή αδιαφορία, τα μπάλωσε όπως όπως τα φίλησε στο μέτωπο  και τα ‘βαλε σ’ ένα κουτί με σκούρα γκρι κορδέλα και την επιγραφή, μην ανοίξετε κίνδυνος αναζωπύρωσης. Έπρεπε τότε που μπορούσε να πετάξει τη μοναξιά της στα σκουπίδια, να μαζέψει τα ξέφτια της ψυχής της, να βάλει ένα μπάλωμα φανταχτερό και ν’ αλλάξει πορεία....
Βιάστηκε, η ζωή ήταν στον επόμενο δρόμο. Τι κατάφερε; Όχι πως δεν συναπαντήθηκαν ποτέ. Όχι πως δεν τη γνώρισε. Πάντα έλεγε  πως για να βρουμε το νόημά της πρέπει να νοιώσουμε τον παραλογισμό της; Ίσως γι’ αυτό της κράταγε μούτρα και άφηνε  μια απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους. Ίσως γιατί προτιμούσε την αφοσίωση απ’ την ίδια τη ζωή, την ειλικρινή και αγωνιώδη αγάπη, την ανιδιοτέλεια, το εγώ και το εμείς μαζί. Πόσες φορές έπεσε; Προσπαθώντας να φτάσει στην Ιθάκη της πόσες φορές τσάκισε την ψυχή της στις συμπληγάδες γιατί είχε την αφέλεια να ακούσει το τραγουδι των σειρήνων. Μαγεύτηκε για λίγο. Κι ύστερα ήρθαν απανωτά τα χαστούκια.                         
 Κι αν δεν είχε αυτό το χέρι να την κρατάει σφιχτά πως θα άντεχε; Μου λες;
Γονυπετής να κάνει το σταυρό της και να λέει Ευχαριστώ. Αυτό ξέρω.
Ξημερώνει Κυριακή. Η βροχή σταμάτησε. Δεν έφτασε να ξεπλύνει τις σκέψεις που αιωρούνται στις πιο σκοτεινές χαραμάδες του νου της. Κι όμως κάποιες φορές ήταν πολύ δυνατή. Σιωπηλή η πόλη ακόμα κοιμάται. Σε ένα ακόμα μουντό πρωινό ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει. Και οι τελευταίες σταγόνες που κατρακυλούν στο τζάμι στο τέλος διαλύονται. Ποιος ξέρει, μπορεί οι επόμενες Κυριακές να είναι πιο γενναιόδωρες, μπορεί με μια αχτίδα του ήλιου ο κόσμος να πάρει λίγο χρώμα. Υπομονή, αυτό δεν έκανε πάντα;

                                                   Αννίκα


Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Ένας σπουδαίος άνθρωπος!

"Ανάξιος όποιος δε μπορεί / μες το σεισμό, το χαλασμό / κάστρο τη γνώμη του να στήσει...." (Κ. Παλαμάς)

Σαράντος Καργάκος.
Ένας χαρισματικός άνθρωπος που μετακόμισε στη γειτονιά των αγγέλων κάνοντας "πλουσιότερο τον ουρανό" όπως είπε η αγαπημένη του  Γιάννα, σύζυγος και συνοδοιπόρος στη ζωή του.
Ένας άνθρωπος με δυνατή ελεύθερη σκέψη, με βαθιά αγάπη για την πατρίδα και την ιστορία της, τη γλώσσα που άριστα χειριζόταν τόσο στον γραπτό, όσο και τον προφορικό λόγο, με πάθος για την παιδεία, με έναν υγιή "Σωκρατικό οίστρο" που ξυπνούσε το ενδιαφέρον για όλα τα θέματα που απασχολούν  τους νέους, όπως είπε ο Μπαμπινιώτης εκφωνόντας τον επικήδειο. Με αυθόρμητο, ειλικρινές ανθρώπινο ενδιαφέρον, χωρίς έπαρση, χωρίς αλαζονεία, με ταπεινοφροσύνη και απλότητα.
Έλεγε συχνά: Στη ζωή το μεγαλείο ταυτίζεται με την απλότητα και η απλότητα με το μεγαλείο.
Ήταν πολλά ο Σαράντος Καργάκος, μα πάνω απ' όλα ήταν Δάσκαλος. Μέσα από το απόσταγμα της σοφίας, της γνώσης και την πορεία της ζωής του θα θυμόμαστε πάντα την καθηλωτική γραφή του όχι απλά σαν κοσμοθεωρία του ειδέναι, αλλά σαν μια βαθιά ανάγκη της γνώσης που επιτρέπει μια "ψυχοσυναλλαγή" δίκαιη όπως έγραψε στους προβληματισμούς: "Η συνείδηση του ανθρώπου είναι η ιστορία του"

Σε μια ζωή ατελεύτητη, Καλό Παράδεισο Δάσκαλε! 



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Άλλη μια μέρα!

Άλλη μια μέρα και είμαι ζωντανή!!
Ευχαριστώ Κύριε, 
που και τούτη τη μέρα με αξίωσες
να δω το πάναγνο
τρισιπόστατο λευκό
της Αγνότητάς Σου!
Που έντυσες τη γη
με της απλότητας το
Πάναγνο Μεγαλείο Σου.......
Να δω το αθώρητο 
με της ψυχής το βλέμμα.
Εκείνο με τα μάτια
της παιδικής αθωότητας και της 
σεπτής αβρότητας
την σύνθεση......
Να ακούσω τη μουσική της σιωπής,
τον τελευταίο χορό
της χιονονιφάδας,
καθώς απ' τα ουράνια πέφτει
για να μου θυμίσει "χου εις και εις χου απελεύσει"

Ρένα Τζωράκη

πηγή: http://logotexnikoperiboli.blogspot.com



Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Η φυγή στην Αίγυπτο-Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη



Ήταν η δεύτερη νύχτα. Στους Ουρανούς,επάνω από το σπήλαιο, είχαν σβήσει οι ύμνοι. Δεν κυμάτιζαν πια στον αιθέρα φτερούγες αγγελικές.Στις ψυχές που είχαν αναστατωθεί από το θαύμα, βασίλευε τώρα γαλήνη. Οι μάγοι ανέβηκαν στις καμήλες τους, οι βοσκοί γύρισαν στα μαντριά τους. Ο Ιωσήφ, που είχε πάει για την απογραφή, γύρισε κατάκοπος κι 'εγειρε  δίπλα από τ' άκακα βόδια να ξαποστάσει. Η  Μαριάμ κουρασμένη απ' την έκσταση και την ευτυχία, είναι από ώρα πολλή βυθισμένη στον ύπνο. Στο απλωμένο της χέρι, ακουμπισμένο  τ' ολόξανθο Βρέφος, κοιμάται. Φωτοστέφανο πλέκουν γύρω απ' τα μαλλάκια του τ' άχυρα της φάτνης.
Είναι η δεύτερη νύχτα, κι ο ουρανός αποσύρθηκε πίσω