Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2021

Ήταν μια φορά μια .....Ονειρούπολη

Κοντεύει στα μισά ο Σεπτέμβρης. "Κι αυτό το καλοκαίρι χαραμίστηκε" λέει το τραγούδι. Ένα καλοκαίρι ανάμεσα σε τριγμούς και στάχτες, ανάμεσα σε ένοχες καμένες συνειδήσεις, με μια δεινότητα ψυχικής κατάρρευσης που δοκίμαζε καθημερινά την ήδη βαριά ψυχολογία μας. Σε τόπους ρημαγμένους ακολουθεί το μάτι τις άλλοτε καταπράσινες πλαγιές αναστυλώνοντας την ελπίδα μέσ' απ' τις στάχτες. Η απόγνωση έγινε δάκρυ, και το δάκρυ ψίθυρος. Τι θ' απογίνουμε; Μια μόνο στιγμή χρειάστηκε να μείνουν πίσω οι ζωές. Ξέσκεπες στο έλεος του χρόνου οι μέρες και οι νύχτες ν' ακροβατούν στο σκοινί της ανασφάλειας.

Διάθεση για δημιουργικότητα καμία. Σκαλίζω παλιά χαρτιά από άλλα καλοκαίρια. Καμμιά σύγκριση, καμμιά πιθανότητα να βρω κάτι να γράψω. Η καθημερινότητα μια φευγαλέα στιγμή ηρεμίας που δεν προλαβαίνεις να τη νιώσεις κάτω απ' αυτά που σε συνθλίβουν. Τι να γράψεις μέσα σε τόσο πόνο. Βυθίζομαι στη σιωπή. Πότε-πότε ξαναγυρίζω σε γνώριμα χνάρια, αυτά που κρατούν στο χρόνο. Το μάτι μου πέφτει σ'ένα βιβλίο απ' τα παιδικά χρόνια της κόρης μου. "Οι κάτοικοι του δάσους" του Τony Wolf. Το ξεφυλλίζω.

 Και σιγά-σιγά η σκέψη μπαίνει στη ροή της παρούσης στιγμής. Προσπαθώ να φέρω τις εικόνες σε χρόνο ενεστώτα μ’ένα λογισμό σα σκηνικό φαντασίας που διαμορφώνει κάποιες ιδέες, πάντα με τη δική μου αντίληψη, τα δικά μου μέτρα. Μια μορφή άμυνας σε όσα ασφυκτικά αισθάνομαι

Ένα κακογυρισμένο σήριαλ ήταν η αφορμή να κλείσω την τηλεόραση και να ψάξω υλικά για κατασκευές. Μια σκέψη για δημιουργία, πέταξε πάνω απ' το βιβλίο και μια αίσθηση χαλαρότητας αλάφραινε το νου. Δε βαριέσαι, είπα, κάτι είναι κι αυτό! Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς, το χω ξαναπεί, δεν έχουν ανάγκη μόνο τα παιδιά από παραμύθια. Άφησα τα έργα να με οδηγήσουν και το ένα έφερε τ' άλλο κι ούτε λίγο, ούτε πολύ στήθηκε το σκηνικό της Ονειρούπολης. Να 'ναι η αγάπη γι αυτό που κάνεις; να 'ναι η ανάγκη να ξεφύγεις; Δεν ξέρω. Ξέρω πως έγιναν ψυχή και λόγος, σαν παραμύθι..... πιο αληθινό κι απ' τη ζωή. 

Λοιπόν..........Μια φορά και δυο καιρούς στα πίσω-πίσω χρόνια, σε έναν κόσμο μιας άλλης αλήθειας πλασμένο απ' το υλικό των ονείρων, ξημέρωσε άλλη μια μέρα μαγική. Σ’ αυτόν τον κόσμο  όλα είναι διαφορετικά γιατί όλα μοιράζονται.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Λούλα Καλούλα η Μωβ

 

Η οικογένεια του Ευτύχη, του μικρού λαγού, δεν είναι μεγάλη, όχι ακόμη τουλάχιστον, είναι όμως η πιο αγαπητή στη μικρή Ονειρούπολη. Ο κ. Ιάσονας, ο μπαμπάς Λαγός από τότε που συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στο πατρικό του, καλλιεργούσε με τέτοια αγάπη το λαχανόκηπο που μα την αλήθεια ωραιότερα καρότα δεν έβγαζε κανείς στην περιοχή. Η μαμά, η κα Ναταλία, στην 25η ημέρα της εγκυμοσύνης της απόφευγε τις βαριές δουλειές. Έτσι είχε αναλάβει το κοτέτσι και το νοικοκυριό, κι ο μικρός Ευτύχης πέρα απ’ την αγάπη των γονιών του με μεγάλη ανυπομονησία περίμενε τα αδελφάκια του.

Στην ίδια γειτονιά έμενε η μικρή μαγισσούλα η Λούλα Καλούλα. Οι περισσότεροι στην Ονειρούπολη την ήξεραν σαν τη Λούλα την Μωβ, επειδή τα ρούχα της είχαν πάντα μωβ απόχρωση.

 Μόνη με ένα γέρο γάτο που κοιμόταν όλη μέρα, χωρίς να έχει κάποιον να συζητήσει, χωρίς φίλους, αισθανόταν μοναξιά και καμιά φορά τα μεγάλα της μάτια γέμιζαν δάκρυα. Κανείς δεν πήγαινε επίσκεψη. Στο χωριό σπάνια της μιλούσαν, οι περισσότεροι μάλιστα την φοβόντουσαν. Κι αν καμιά φορά τη συναντούσαν στο δρόμο έσκυβαν το κεφάλι και προσπερνούσαν γρήγορα. Αυτό δεν  άρεσε καθόλου στη Λούλα και θύμωνε αλλά γρήγορα της περνούσε ο θυμός και μαζευόταν στη γωνιά της. 

Θύμωνε όμως στ’ αλήθεια όταν ο φράχτης της  Φρειδερίκης, της κυρά πάπιας, μεγάλωνε τόσο πολύ που εμπόδιζε

Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

Ένα παλιό τετράδιο

 

Ένα καράβι η ζωή με όρτσα τα πανιά φορτωμένο αναμνήσεις και όνειρα, κάποια σημαντικά, κάποια ασήμαντα, γεμάτα από χαρές και λύπες, κάποια ήσυχα κι αθόρυβα κι άλλα γεμάτα ένταση και πάθος. Ένα καράβι που αρμενίζει μεσοπέλαγα μ’ ένα φεγγάρι ξεχασμένο συντροφιά και την αλμύρα να ξεφλουδίζει μια-μια τις αναμνήσεις, βάλσαμο μαζί και πόνος.

Ένα καράβι κι η ψυχή σπρωγμένη απ’ το μελτεμάκι της αγάπης ν’ αφήνεται σ’ ένα ταξίδι πέρα από χρόνους για κει που την προορίζει ο Δημιουργός της.

«Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας, σα μια σειρά κεράκια αναμμένα…..τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν» λέει ο Καβάφης.

Τέσσερις του Απρίλη 1952. Στου καιρού τα γυρίσματα ψάχνω τις μνήμες. Η πρώτη μου ανάσα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα Παρασκευής, είχε τις μυρωδιές από λιλά βιολέτες, τον ήχο απ’ την καμπάνα του Άη-Χαράλαμπου που σήμαινε κείνη την ώρα για τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και τη γλυκιά της μάνας μου φωνή. Υπάρχει πιο όμορφο καλωσόρισμα;