Ο Κτίστης του κόσμου εις χείρας ανόμων παραδίδοται και επί ξύλου ανυψούται
ο φιλάνθρωπος (ψαλμοί κα' 18)
Aσθενικός ο ήλιος ευλαβικά σκεπάζει την πόλη,
την ώρα που κρύα πνοή θανάτου πλανιέται στον αέρα.
Ίσκιος παγερός πέρασε πάνω απ’ τα τείχη.
Μπροστά στο Πραιτώριο λαός δυσσεβής
αλάλαζε να δικασθεί ως λαοπλάνος.
Ανήμερα θηρία αυτοί που ως χτες στην ίδια πόλη
ζητωκραυγάζαν Ωσσανά,
κουνώντας λάβαρα και βάγια.
Μήπως δεν το ‘ξερε,
πως αύριο θα λένε Σταυρωθήτω.
Οργισμένες κραυγές ξεσκίζουν την ψυχή.
Καρφιά τα λόγια τους μπήγονται στη σάρκα.
φορτωμένος τα λάθη του κόσμου.
Ο δρόμος λεπίδες κοφτερές,
χαράζουν τα ξυπόλυτα πόδια Του.
Κάθε Του βήμα στάζει μύρο και αίμα.
Κόκκινες ανθίζουν παπαρούνες
κάτω απ’ τα ματωμένα Του πέλματα.
Σκαμμένο απ’ τον πόνο το πρόσωπο,
το βλέμμα όμως τρυφερό και φιλάνθρωπο.
Μα αντί για ακάνθινο στεφάνι,
την πίστη όσοι είχαν στην ψυχή τους,
πανώριο είδαν φωτοστέφανο
που Αρχάγγελοι κρατούσαν στις φτερούγες.
Μ’ ένα λυγμό ακολουθώ την κουστωδία
νοιώθοντας ένοχες σιωπές.
Κι Εκείνος σαν έτοιμος από καιρό,
ήπιε πικρό το ποτήρι, ως το τέλος.
Στέκομαι στη σκιά Του.
Δεν είναι θέαμα αυτό στα μάτια των ανθρώπων.
Πριν αλέκτωρας φωνήσαι τρις, τον απαρνηθήκαμε.
Ενάτη ώρα εσπερινή σίγησε η πλάση,
μαύρο χιτώνα φόρεσε η γη.
"ήνοιξε το φρέαρ της αβύσσου
και ανέβη καπνός εκ του φρέατος
και εσκοτίσθη ο ήλιος"
Ο πόνος και η οδύνη περισσεύουν.
Αυτός που ακούραστα έτρεχε
πίσω απ’ τα λάθη των ανθρώπων
διαλύοντας τα σκοτάδια των αμαρτιών,
μ’ ένα Τετέλεστε εξέπνευσε.
Θρηνολογώντας η Μάνα έπεσε στα πόδια Του.
Άνοιξη, ξυπνούσε η ζωή την ώρα που έφευγε η δική Του.
Ένα σμάρι περιστέρια πέταξαν μακριά
καθώς παρέδιδε το πνεύμα.
Αντίδωρο της θυσίας Του μια σιγανή βροχή
που ξέπλυνε την πόλη από τα κρίματά μας.



















