Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Λούλα Καλούλα η Μωβ

 

Η οικογένεια του Ευτύχη, του μικρού λαγού, δεν είναι μεγάλη, όχι ακόμη τουλάχιστον, είναι όμως η πιο αγαπητή στη μικρή Ονειρούπολη. Ο κ. Ιάσονας, ο μπαμπάς Λαγός από τότε που συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στο πατρικό του, καλλιεργούσε με τέτοια αγάπη το λαχανόκηπο που μα την αλήθεια ωραιότερα καρότα δεν έβγαζε κανείς στην περιοχή. Η μαμά, η κα Ναταλία, στην 25η ημέρα της εγκυμοσύνης της απόφευγε τις βαριές δουλειές. Έτσι είχε αναλάβει το κοτέτσι και το νοικοκυριό, κι ο μικρός Ευτύχης πέρα απ’ την αγάπη των γονιών του με μεγάλη ανυπομονησία περίμενε τα αδελφάκια του.

Στην ίδια γειτονιά έμενε η μικρή μαγισσούλα η Λούλα Καλούλα. Οι περισσότεροι στην Ονειρούπολη την ήξεραν σαν τη Λούλα την Μωβ, επειδή τα ρούχα της είχαν πάντα μωβ απόχρωση.

 Μόνη με ένα γέρο γάτο που κοιμόταν όλη μέρα, χωρίς να έχει κάποιον να συζητήσει, χωρίς φίλους, αισθανόταν μοναξιά και καμιά φορά τα μεγάλα της μάτια γέμιζαν δάκρυα. Κανείς δεν πήγαινε επίσκεψη. Στο χωριό σπάνια της μιλούσαν, οι περισσότεροι μάλιστα την φοβόντουσαν. Κι αν καμιά φορά τη συναντούσαν στο δρόμο έσκυβαν το κεφάλι και προσπερνούσαν γρήγορα. Αυτό δεν  άρεσε καθόλου στη Λούλα και θύμωνε αλλά γρήγορα της περνούσε ο θυμός και μαζευόταν στη γωνιά της. 

Θύμωνε όμως στ’ αλήθεια όταν ο φράχτης της  Φρειδερίκης, της κυρά πάπιας, μεγάλωνε τόσο πολύ που εμπόδιζε

Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

Ένα παλιό τετράδιο

 

Ένα καράβι η ζωή με όρτσα τα πανιά φορτωμένο αναμνήσεις και όνειρα, κάποια σημαντικά, κάποια ασήμαντα, γεμάτα από χαρές και λύπες, κάποια ήσυχα κι αθόρυβα κι άλλα γεμάτα ένταση και πάθος. Ένα καράβι που αρμενίζει μεσοπέλαγα μ’ ένα φεγγάρι ξεχασμένο συντροφιά και την αλμύρα να ξεφλουδίζει μια-μια τις αναμνήσεις, βάλσαμο μαζί και πόνος.

Ένα καράβι κι η ψυχή σπρωγμένη απ’ το μελτεμάκι της αγάπης ν’ αφήνεται σ’ ένα ταξίδι πέρα από χρόνους για κει που την προορίζει ο Δημιουργός της.

«Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας, σα μια σειρά κεράκια αναμμένα…..τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν» λέει ο Καβάφης.

Τέσσερις του Απρίλη 1952. Στου καιρού τα γυρίσματα ψάχνω τις μνήμες. Η πρώτη μου ανάσα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα Παρασκευής, είχε τις μυρωδιές από λιλά βιολέτες, τον ήχο απ’ την καμπάνα του Άη-Χαράλαμπου που σήμαινε κείνη την ώρα για τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και τη γλυκιά της μάνας μου φωνή. Υπάρχει πιο όμορφο καλωσόρισμα;

Δεν ξέρω τι άγγελοι με ευλόγησαν κείνο το βράδυ, μα ξέρω πως τα κατοπινά τα χρόνια ακτινοβολούσε μέσα μου ένα φως που πολλές φορές με παρέσερνε κι έκανα πράγματα που ούτε εγώ μπορώ να εξηγήσω.

Να όπως τότε, σχολειό δεν πήγαινα ακόμα,

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

Άκουσέ με - Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου


..........Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο αναζητώ την διαίσθησή μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη. Γράφω γιατί έχω ανάγκη να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζω, για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση και ομορφιά. Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας. Το χαμένο ιερό της ψυχής. Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, τη βία, τον ανελέητο πόνο, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στην δικαιοσύνη, την αρμονία και την υπέρβαση.

Να γι΄αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου, να δω λίγο πιο πέρα από αυτό που δεν φαίνεται. Να φτάσω στο Άρρητο, στο Άδηλο,την άλλη αλήθεια.

 πηγή:  https://marialampadaridoupothou.gr/
 

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

Οι ήρωες της ζωής είναι σεμνοί, μιλούν άλλοι για δαύτους

 

….άσε πρώτα την πληγή να γιάνει

Κι ύστερα πάνω στο δέρμα το υγιές

γράψε τις μνήμες

τις καμωμένες απ’ του χρόνου τη σοφία  

(Μανώλης Μπίστας- Το επικίνδυνο της λήθης)

Βραδιάζει! Μια συνηθισμένη μέρα έφτασε στο τέλος της. Καμιά σημασία δεν έχει ο μήνας ή η εποχή. Η ψυχή το ίδιο σφίγγεται όταν βουλιάζει στη θύμηση. Κοιτάζω τις φωτογραφίες τους, πνιγμένες στη σιωπή κι οι λεπτομέρειες της ζωής τους ζωντανές στη θύμηση βαραίνουν ακόμα. Είναι αδύνατο να κρατήσω το μυαλό αλώβητο αυτές τις μέρες των ακοίμητων ψυχών που οι αναμνήσεις, πικρής ζωής σπαράγματα, νυστέρι κοφτερό, σε χαρακώνουν.

 Καημένε πατέρα! Έφυγες δίχως να καταλάβεις πως τη μοίρα μας εμείς δεν την ορίζουμε. Μήπως εγώ κατάλαβα όσο ζούσες; Τα χρόνια της στερημένης σου ζωής τώρα τα ξεδιαλύνω. Τώρα που ο θάνατος ελευθερώνει την ψυχή κι οι αλήθειες λύτρωση γίνονται. Στις φλέβες των χεριών σου γράφτηκε η ιστορία σου, στις βαθιές ρυτίδες του προσώπου σου, στης ψυχής σου τις ραγισματιές, στα όνειρά σου τα σακατεμένα. Κομμάτια η ζωή σου κάτω απ’ το πέλμα του χρόνου, τόσο που απορώ πως όρθιος άντεξες όλα τα χρόνια ετούτα. Και δεν ήταν λίγα.

Λίγους μήνες πριν μας αφήσεις, ήταν από κείνα τα βράδια....