Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
Υπάρχει ομορφιά...
Φέτος
το καλοκαίρι
Μάζεψα
λέξεις
απ’
την πνοή τ’ ανέμου,
θύμισες
να μου φέρνουν
το
χειμώνα.
Μάζεψα
χρώμα
απ’
το γαλάζιο της θάλασσας
για
τις γκρίζες του μέρες.
Μάζεψα
ήλιο τ’ Αυγούστου
για
την άσπρη πάχνη της αυγής
και
της αυλής το χιόνι.
Κρυφά
τα φύλαγα μεσ’ την καρδιά μου,
δεν
ήταν για δική μου ευκολία.
Του
κόσμου τις καρδιές τις παγωμένες
ήθελα
να ζεστάνω.
Δεν μπόρεσα.
Οι λέξεις έγιναν σιωπές.
Τα χρώματα
πήραν μια πένθιμη απόχρωση.
Ο ήλιος
λιγοψύχησε και κρύφτηκε.
Θύμωσα!
Πήρα τον καμβά κι έφτιαξα
δικά
μου χρώματα, δικό μου ήλιο
και
κάποιες ανεκπλήρωτες επιθυμίες
τις έκανα
άνεμο και τις έστειλα
σ’
ανατολή και δύση.
Κοιμήσου
εσύ και μη φοβάσαι,
τερτίπια
είναι του καιρού.
Κοίτα
την ανεμώνα
που
ξεπήδησε απ’ το χιόνι!
Προσδοκά
μια μέρα ηλιόλουστη.
Γι’
αυτό, σου λέω
αν
δεις φτερούγισμα
σπουργίτι
στο παράθυρο,
αν
δεις κοκκινολαίμη
στο
φράχτη με τις πικροδάφνες,
τρελό
χορό χιονονιφάδας, αν δεις,
να
ξέρεις, υπάρχει ακόμα ομορφιά
μεσ’
τον χειμώνα.
Φτάνει
να έχεις τα μάτια ανοιχτά.
Φτάνει
να μη σε βαραίνει
η
κάθε είδους ιδιοτέλεια
Αννίκας...δια χειρός
Είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Αριστέας: Χειμωνιάτικα αποτυπώματα!
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Το αρκουδάκι των Χριστουγέννων
Αναρωτηθήκατε
ποτέ όταν μεγαλώσουμε που πάνε τα παιχνίδια που είχαμε παιδιά; Κάποια σε
χαρτόκουτες στο πατάρι, κάποια στον κάδο της γειτονιάς, κάποια όμως τριγυρίζουν
στο δάσος ψάχνοντας ένα σπίτι, ένα φίλο, μια οικογένεια. Γιατί μέρες που είναι θέλουν
να ανήκουν κάπου. Σαν τον Πέτρο, το μικρό αρκουδάκι.
Του Πέτρου δεν του άρεσε η μοναξιά, ούτε το σκοτάδι. Έζησε όμορφες στιγμές με χαρές, στοργή και αγάπη. Τώρα όμως δεν ήθελε περιπέτειες. Ήθελε μόνο ένα σπίτι να ξεχειμωνιάσει μιας και το δικό του ήταν σχεδόν ετοιμόρροπο. Έπρεπε να προλάβει, σε λίγες μέρες ήταν Χριστούγεννα.
Τριγύριζε
στο δάσος, έψαχνε, ρώταγε. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Άρχισε να απογοητεύεται. Είχε
απομακρυνθεί πολύ απ’ το σπίτι αλλά συνέχισε να περπατά. Κόντευε να νυχτώσει κι
έκανε πολύ κρύο. Οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν. Ο Πέτρος ήταν πολύ
λυπημένος. «Αν δεν βρω κάπου να μείνω, το πρωί θα με βρουν παγωμένο»
μονολογούσε! Σαν από θαύμα, είδε δυο παράθυρα φωτισμένα κι αναθάρρησε. Χτύπησε
την πόρτα και περίμενε. Η Μαρίνα η αλεπού άνοιξε και πίσω της τα πέντε της παιδιά
που κοίταζαν με περιέργεια τον Πέτρο.
«Σας παρακαλώ, θα μπορούσα να μείνω εδώ απόψε;»
















