Αξημέρωτα
χτύπησαν οι καμπάνες εκείνο το πρωί του
Οχτώβρη στον Αη-Γιώργη. Σταυροκοπήθηκαν οι
Αη-Γιωργήτες απορημένοι. Τέτοια ώρα δεν ήταν για καλό. Γαυγίσματα σκυλιών, φωνές και ποδοβολητά
από αλόγατα που ακούονταν όλο και πιο κοντά, ξεσήκωσαν τον κόσμο. Ένα βουητό που ολοένα μεγάλωνε σαν τον Αλήμπεη, τον ποταμό που περνούσε όξω απ’το χωριό και γίνονταν θεριό μανιασμένο με τις βροχές του χειμώνα
παρασύροντας ότι έβρισκε στο δρόμο του. Βγήκαν στο σοκάκι οι άντρες όπως-όπως. Γυναίκες ξεμαλιασμένες απ’ τον ύπνο άνοιγαν τα
παραθύρια. Τοίχο- τοίχο πήρε σβάρνα τα
σπίτια ο Γιάγκος της άμια-Μαρίκας.
- Χωριανοί για
όνομα του Θεού σκωθήτε έρχονται οι νιζάμηδες*
-Παναγία μου Μπαλουκλιώτισσα πρόφταξε! έκαμαν το σταυρό τους κι απέ σήκωσαν βουβό το κλάμα μανάδες και παιδιά.
Ήξεραν πως κάθε φορά