Γλυκά φύσαγε η απογευματινή αυγουστιάτικη αύρα. Κελάρυζε το
νερό στο ρέμα κι από πέτρα σε πέτρα πέντε κορίτσια περάσαμε αντίπερα κι ύστερα
πήραμε τον ανήφορο για το ξωκλήσι του Αη Θανάση, ν΄ ανάψουμε τα καντήλια και να
ψάλλουμε την παράκληση στη Χάρη Της.
Κόντευε δεκαπενταύγουστος.
Κάμποσος ανήφορος μα
η παιδιάστικη γνώση δεν λογάριαζε κόπωση. Μόνο μια δυο στάσεις ίσα να κόψουμε
δυο μαβιά λουλούδια απ’ τις λυγαριές για το εικονοστάσι. Τίποτα άλλο δεν
υπήρχε. Ξεραΐλα παντού.
Ένας στενός δρόμος γεμάτος ξερολιθιές και χωράφια
θερισμένα που οι καλαμιές ξεραμένες απ’ την κάψα του καλοκαιριού πλήγωναν τα
πόδια.
Με λόγια χαζά και χάχανα ανεβαίναμε τον ανήφορο μα σαν
φτάσαμε στο μικρό περίβολο μια σιωπή μας κυρίεψε μη και ταράξουμε την ιερότητα
του χώρου.
Ολόγυρα το πράσινο, στα πόδια μας το χωριό και στην ψυχή μας γαλήνη. Πως μερώνει εκεί η ψυχή απ' την ζάλη της καθημερινότητας!
Ολόγυρα το πράσινο, στα πόδια μας το χωριό και στην ψυχή μας γαλήνη. Πως μερώνει εκεί η ψυχή απ' την ζάλη της καθημερινότητας!
Λουσμένο στο φως το μικρό εκκλησάκι, δαρμένο απ’ την αντηλιά και τον
άνεμο μοιάζει να αψηφά τον κίνδυνο της ερημιάς. Γύρω


