Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Κ.Π Καβάφης -Ένας γέρος




                                                           Στη μνήμη του πατέρα μου

                                                Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
                                                σκυμμένος στο τραπέζι, κάθετ' ένας γέρος
                                                με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

                                                Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
                                                σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
                                                που είχε και δύναμη και λόγο, κ' εμορφιά

                                                Ξέρει που γέρασε πολύ, το νοιώθει το κοιτάζει
                                                Κι εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
                                                σαν χθες.Τι διάστημα μικρό.

                                                Και συλλογιέται, η Φρόνηση πως τον εγέλα,
                                                και πως την εμπιστεύονταν. Τι τρέλα!
                                                Την ψεύτρα, που έλεγε,"Αύριο. Έχεις πολύν καιρό."

                                                Θυμάται ορμές που βάσταγε, και πόση χαρά 
                                                θυσίαζε την άμυαλή του γνώση.
                                                Καθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

                                               ...Μα απ'το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
                                                ο γέρος εζαλίστηκε. Κι αποκοιμάται
                                                στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.


                                                    Κ. Π. Καβάφης:  Ποιήματα    Google


         



Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Αλκυόνη Παπαδάκη


Το χρώμα του φεγγαριού

 -Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
-Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
-Τι χρώμα έχει η χαρά;
-Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
-Και η μοναξιά;
-Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
-Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

Το αστέρι έκλεισε τα μάτια κι ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
-Και η αγάπη;ξέχασα να σε ρωτήσω ,τι χρώμα έχει η αγάπη;
-.........Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
-Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
-Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού , όταν είναι πανσέληνος.
-Ετσι, ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού είπε τ' αστέρι..... 
Κοίταξε μακριά στο κενό....... Και δάκρυσε....

-Είναι τόσο σπάνιες οι ευτυχισμένες στιγμές; Ρώτησε κείνο το βράδυ τ'  αστέρι.
Το δέντρο μόλις είχε κλείσει τα βλέφαρά του να ξεκουραστεί. Κούνησε τα κλαδιά του νυσταγμένα.
-Όχι....Όχι. Δεν είναι τόσο σπάνιες. Μόνο που....Να οι άνθρωποι κυνηγούν αυτές τις στιγμές με το μυαλό τους.Κι αυτό είναι υπόθεση της καρδιάς.
-Πες μου κάποιες ευτυχισμένες στιγμές.
-Άσε με τώρα νυστάζω.
-Πες μου, επέμενε τ' αστέρι. Πες μου μερικές.
-Ένα παξιμαδάκι κανέλας στα ζαρωμένα χέρια της γιαγιάς. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια κάτω από το κρεβάτι του Φώτη. Ένα  κοχύλι στα χέρια της Αγγελικής.....Ένα φιογκάκι στο χρώμα του φεγγαριού.....
-Καληνύχτα. Νυστάζω πολύ απόψε.
-Πες μου ακόμα μια ευτυχισμένη στιγμή. Κι ύστερα θα σ' αφήσω να κοιμηθείς.
-Σ' αγαπώ πολύ!
-Καληνύχτα! είπε τ' αστέρι τρισευτυχισμένο.
Κι έδωσε μια βουτιά και πιάστηκε από τα ματόκλαδα του φεγγαριού.

Ποιός είναι ο δυνατός;
-Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
-Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως φοβάται τόσο πολύ το σκοτάδι.
Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες .που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα σ'αυτό το χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του.Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι 'επεσε  κείνη την ώρα στο χώμα κι  έσπασε.
Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα, ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές.
Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό , και ψιθύρισε.
-Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!

Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για τη ζωή, είπε το δέντρο στ΄ αστέρι.
-Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
-Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
-Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά ,που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
-Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι.Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι και ονειρεύεται.........
-Σε λίγο θα ξημερώσει......Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι κι ονειρεύονται ......Ονειρεύονται και ελπίζουν.

Από το βιβλίο της Αλκυόνης  Παπαδάκη : Το χρώμα του Φεγγαριού          εκδόσεις Καλέντη




                                                            Σκισμένο  Ψαθάκι

Βαρέθηκα ν' ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος εγώ να ξεπαγιάζω.
Να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μάγουλά μου και να κάνουν κρούστα.
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω.Μη σωριάζεστε  ρε,  σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι με τα λάθη μου.
Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά.
Να βγάζω αθώους τους ενόχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί.
Κι όμως !........Όσες φορές είπα "από Δευτέρα Ρόζυ αλλάζεις ταχτική" γέλασε κάθε πικραμένος.
Δε βαριέσαι.

απ' το ημερολόγιο της Ρόζυ

Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων.
Σ'  ένα μονοπάτι που έχουν φυτρώσει στην άκρη του κάτι πολύχρωμα όνειρα. Σαν αγριολούλουδα.
Πέρα από τα σύνορα της ψυχής μου.Πέρα από τα σύνορα της λογικής μου. Στην κόψη της νύχτας.
Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπό μου.
Έκλεψα το χαμόγελο από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα την γύμνια μου.Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα του φθινοπώρου κι άναψα φωτιά να ζεσταθώ.
Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων.
Αν ακούσω το κλάμα τους,θα κρυφτώ στις φτερούγες εκείνου του μικρού πουλιού, που τραγουδάει, γιατί ονειρεύεται ένα κόκκινο τσαμπί σταφύλι.
Αν συναντήσω ένα χείμαρρο, θα γίνω φεγγάρι και θα μπερδευτώ στα κλωνάρια κείνης της λεύκας, που ψιθυρίζει τα μυστικά της στα περαστικά σύννεφα.
Αν συναντήσω τη λύπη, θα της ζωγραφίσω ένα χρωματιστό καραβάκι.
Αν συναντήσω  ένα θαλασσοπούλι, θα κρεμάσω  στο πόδι του ένα ραβασάκι να το πάει σε ΄κείνον  π' αγαπώ.
Αν συναντήσω το θάνατο, θα χαζέψω τη χαίτη του αλόγου του, ώσπου να με σηκώσει στην αγκαλιά του.
Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων.
Αν συναντήσω το Θεό, θα του χαρίσω δυο ερωτευμένα χρυσομάμουνα.

απ' το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη:   Σκισμένο Ψαθάκι




                                                        Στο ακρογιάλι της ουτοπίας

................................. Πάντα στην άκρη της απόγνωσης, εκεί που τέλειωνε η αντοχή μου, έβλεπα ένα λευκό περιστέρι  να 'ρχεται δειλά δειλά προς τη μεριά μου. Κι άπλωνα τα χέρια μου να το υποδεχτώ.
Δεν έβγαλα σουγιά. Δε δίκασα. Δε ζήτησα ρέστα, κάθε φορά που πλήρωνα λογαριασμό. Κι αν δεν τήρησα κατά γράμμα τις δέκα εντολές, δε στράβωσε εξαιτίας μου ο γιαλός.
Κάποιο απομεσήμερο του Αυγούστου, όπως περπατούσα σ ένα λόφο γεμάτο ξερόχορτα, συνάντησα ένα γαλάζιο αγκάθι. Απίστευτα γαλάζιο! Σαν ένα κομμάτι ουρανού.
Και μόνο γιατί συνάντησα ένα γαλάζιο αγκάθι, άξιζε που γεννήθηκα στη γη
.................................................................................................................................................................

Σκέφτομαι πως ο δρόμος της νοσταλγίας είναι ένας χωματόδρομος γεμάτος ασφοδέλια.
Βολτάρει εκεί η ψυχή, όταν θέλει να στεγνώσει από τη βροχή.
Και τη μαγεύει η ανάσα της γης.
Και την πληγώνει το άρωμα των ασφοδελιών.........

Στο ακρογιάλι της ουτοπίας : Αλκυόνη Παπαδάκη                       εκδόσεις Καλέντη


Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Μαρία Ιορδανίδου-Λωξάντρα

                                                                                                                                                                         

............................................................................................................................................
Άξαφνα η Λωξάντρα έγινε κατακόκκινη. Μια φλέβα πέταξε στο μηλίγγι της. Στράψαν τα μάτια της,και η φωνή της βράχνιασε.
-Ποιά γάτα , μωρέ; Την Καλυψώ;Σαν τρελάθηκες, δεν πας σ'  έναν παπά να διαβαστείς;
Σαν την είδε ν' αγριεύει , βγάζει ο αράπης ένα δαχτυλίδι σμαραγδένιο απ' το μικρό του δάκτυλο και της το δείχνει.: - Αυτό σας το στέλνει ο πασάς.
-Την τύφλα σου! λέει η Λωξάντρα. Αντε, γκιτ.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Oscar Wilde

Ο Εγωιστής Γίγαντας

Ήταν ένας πελώριος μαγευτικός κήπος, με απαλή, πράσινη χλόη και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί, δώδεκα ροδακινιές φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ' της άνοιξης τ' άγγιγμα, που το φθινόπωρο βάραιναν απ' τα πολύχυμα φρούτα.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Καζαντζάκης (2)


Η  μητέρα μου

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο.Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο,εκείνη σε μια καρέκλα πλάι στο παράθυρο,εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα μέσα στη σιωπή,το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να'  ΄ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου διηγόταν

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Χόρχε Μπουκάι



Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις.
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές.
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις.
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν’ αποφασίζεις για μένα.
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις.
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα.
Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ.
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις.
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα.
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις.
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν. Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις.
Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου… Χωρίς όρους»

[  Θέλω :    από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκαϊ «Ιστορίες να σκεφτείς»]
Αναρτήθηκε από Seagull 

                                                               Ο δρόμος των δακρύων


Ήταν κάποιος, μια φορά, που είχε πάρει απόφαση να χαίρεται τη ζωή του. Νόμιζε ότι, για να μπορεί να το κάνει αυτό, έπρεπε να έχει πολλά λεφτά. Σκεφτόταν ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ευχαρίστηση,