Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Η φυγή στην Αίγυπτο-Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη



Ήταν η δεύτερη νύχτα. Στους Ουρανούς,επάνω από το σπήλαιο, είχαν σβήσει οι ύμνοι. Δεν κυμάτιζαν πια στον αιθέρα φτερούγες αγγελικές.Στις ψυχές που είχαν αναστατωθεί από το θαύμα, βασίλευε τώρα γαλήνη. Οι μάγοι ανέβηκαν στις καμήλες τους, οι βοσκοί γύρισαν στα μαντριά τους. Ο Ιωσήφ, που είχε πάει για την απογραφή, γύρισε κατάκοπος κι 'εγειρε  δίπλα από τ' άκακα βόδια να ξαποστάσει. Η  Μαριάμ κουρασμένη απ' την έκσταση και την ευτυχία, είναι από ώρα πολλή βυθισμένη στον ύπνο. Στο απλωμένο της χέρι, ακουμπισμένο  τ' ολόξανθο Βρέφος, κοιμάται. Φωτοστέφανο πλέκουν γύρω απ' τα μαλλάκια του τ' άχυρα της φάτνης.
Είναι η δεύτερη νύχτα, κι ο ουρανός αποσύρθηκε πίσω

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα στη σπηλιά - Φώτη Κόντογλου



Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή κατσούφιασε.........................................................................
Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κι επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κι ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.
Θά 'τανε ώρα Εσπερινού. Κείνη την ώρα

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Ένα χαρτόκουτο με κόκκινη καρό κορδέλα

Κάθε Χριστούγεννα  μικραίνω, μικραίνω και γίνομαι πάλι παιδί. Και με κείνη την αφέλεια και την λαχτάρα των παιδικών χρόνων κατεβάζω απ’ το πατάρι όλα τα όνειρα που έχω φυλαγμένα σ’ ένα χαρτόκουτο δεμένο με κόκκινη καρό κορδέλα.

Κλείνω τα μάτια και χάνομαι. Αθόρυβα περνά η σκέψη απ’ τις χαραμάδες του μυαλού. Ψάχνω μέσα μου, συγκινούμαι, βουρκώνω, χαμογελάω, ανασύρω σκέψεις, αναμνήσεις , πότε τις πάω