Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Έρωτας και Ψυχή


Η ψυχή ήταν η μικρότερη από τις τρεις κόρες του βασιλιά  της Σικελίας.
Λένε ότι  ήταν τόσο όμορφη που επισκίαζε ακόμη και την Αφροδίτη την θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Άνδρες συγκεντρώνονταν από παντού για να τη δουν και οι βωμοί της Αφροδίτης εγκαταλείφθηκαν.
Η  Αφροδίτη ήταν εξαγριωμένη με την Ψυχή, αν και  το κορίτσι δεν έφταιγε για ότι συνέβαινε.  Κάλεσε τον γιο της, Έρωτα και του έδωσε εντολή να κάνει την Ψυχή να ερωτευθεί τον κατώτερο και πιο αξιοθρήνητο  άνδρα που θα μπορούσε να βρει.
Στο μεταξύ η Ψυχή υπέφερε γιατί κανένας δεν τολμούσε να την ζητήσει σε γάμο, γιατί ο Έρωτας είχε δηλητηριάσει τις ψυχές των ανδρών ώστε να μην την επιθυμούν. Ενώ οι μεγαλύτερες αδερφές της έκαναν ευτυχισμένους γάμους με όμορφους πρίγκιπες, η αξιολύπητη Ψυχή καθόταν μόνη στο σπίτι, αναθεματίζοντας  την ομορφιά της. Ο πατέρας της συμβουλεύτηκε το μαντείο του θεού Απόλλωνα που τον καθοδήγησε να πάρει την Ψυχή, ντυμένη με νυφικό φόρεμα, σε ένα υψηλό βουνό όπου έπρεπε να περιμένει την άφιξη του γαμπρού. Σύμφωνα με τον χρησμό, αυτός θα ήταν ένας δράκος που πετούσε φωτιές και γέμιζε με τρόμο ακόμα και τους θεούς.
Τρομαγμένος ο πατέρας της Ψυχής υπάκουσε στις συμβουλές του χρησμού και με διάθεση  πένθους το κορίτσι οδηγήθηκε μακριά από το σπίτι της. Η Ψυχή προσπάθησε να παρηγορήσει τους γονείς της, αλλά παρέμειναν συντετριμμένοι στο θλιβερό παλάτι τους. Η ίδια η Ψυχή περίμενε στο ψηλό βουνό κλαίγοντας, αλλά ο Ζέφυρος ,ο δυτικός άνεμος, τη σήκωσε και τη μετέφερε σε μια όμορφη κοιλάδα όπου έπεσε σε βαθύ ύπνο.
Όταν ξύπνησε, ανακάλυψε ένα ωραίο δάσος, μια πηγή που έβγαζε καθαρά νερά και ένα εκθαμβωτικό παλάτι χτισμένο από τους θεούς οι τοίχοι του οποίου ήταν διακοσμημένοι με σκαλίσματα που αναπαριστούσαν όλα τα είδη άγριων ζώων. Τα πατώματα ήταν καλυμμένα με θαυμάσια ψηφιδωτά και άλλοι τοίχοι ήταν από ατόφιο χρυσάφι, που σήμαινε ότι ακόμα και όταν δεν έλαμπε ο ήλιος, το παλάτι λουζόταν στο φως.
Η Ψυχή μπήκε στο παλάτι διστακτικά. Εκείνη τη νύχτα ένας άγνωστος άντρας την επισκέφτηκε. Η Ψυχή φοβήθηκε πολύ, αλλά ο άγνωστος τη μεταχειρίσθηκε τρυφερά, αν και εξαφανίστηκε πριν από το φως της ημέρας. Επέστρεφε κάθε νύχτα και η Ψυχή μαγευόταν όλο και περισσότερο από τον έρωτά του.
Στο μεταξύ, οι αδελφές της  θλιβόταν τόσο πολύ για τους γονείς τους που άρχισαν να την αναζητούν. Ο σύζυγος της Ψυχής την προειδοποίησε ότι οι αδερφές της πλησίαζαν στο παλάτι και της συνέστησε να τις αγνοήσει. Διαφορετικά θα έβλαπταν τον ίδιο και θα προκαλούσαν την καταστροφή της. Στην αρχή η Ψυχή συμφώνησε να υπακούσει στις επιθυμίες του, αλλά ένιωθε απόγνωση στη σκέψη να μεταχειριστεί τις αδερφές της τόσο σκληρόκαρδα. Ο σύζυγός της τη λυπήθηκε και της επέτρεψε να δεχτεί τις αδελφές της, να τους μιλήσει και να τους δώσει δώρα, με την προϋπόθεση να μη μιλήσει γιαυτόν.
 Η Ψυχή δέχτηκε με ενθουσιασμό τις αδελφές της στο παλάτι της, και όταν μια από αυτές επέμενε να ρωτάει για την ταυτότητα του συζύγου της, απλώς απάντησε ότι ήταν ένας νέος όμορφος άντρας που περνούσε πάντα την ημέρα του κυνηγώντας. Φορτωμένες με δώρα  οι αδελφές της πήγαν στα σπίτια τους όπου άρχισε να τις τρώει φοβερή ζήλια. Η νεότερη αδελφή τους είχε γίνει ξαφνικά πάρα πολύ πλούσια και είχε επίσης βρει έναν απίστευτα όμορφο άνδρα, ενώ αυτές είχαν φορτωθεί με άσχημους, γέρους και ασθενικούς συζύγους.
Έτσι  αποφάσισαν να δώσουν στην Ψυχή ένα σκληρό μάθημα.  Χρησιμοποιώντας δόλια τεχνάσματα, κατόρθωσαν να κερδίσουν τη συμπάθειά της και εκείνη, ξέχασε το ψέμα που τους είχε πει . Οι αδελφές της, ακόμα πιο ζηλόφθονες,  αποκάλυψαν στην Ψυχή ότι ένας χρησμός τους είχε πει πως ο σύζυγός της ήταν στην πραγματικότητα ένας δράκος που θα την καταβρόχθιζε όταν γεννούσε το παιδί της. Η αφελής Ψυχή έχασε εντελώς το θάρρος της έπειτα από αυτό, παραδέχτηκε ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο σύζυγός της και ικέτεψε τις αδελφές την να την βοηθήσουν. Τη συμβούλεψαν να έχει ένα αιχμηρό μαχαίρι έτοιμο δίπλα στο κρεβάτι της και να κρύψει εκεί και ένα κερί. Μόλις ο σύζυγός της αποκοιμιόταν, θα έπρεπε να το κρατήσει ψηλά και να δει αν όσα της είπαν ήταν αληθινά. Εάν ήταν έτσι, θα έπρεπε να τον καρφώσει με το μαχαίρι. Έπειτα οι αδελφές της θα την έπαιρναν  από το παλάτι και θα κανόνιζαν να παντρευτεί με ένα θνητό.
Η Ψυχή αποφάσισε να το δοκιμάσει, αλλά όταν κοίταξε τον σύζυγό της κάτω από το φως του κεριού είδε ότι ο άντρας της ήταν ο ίδιος ο φτερωτός Έρωτας. Το τόξο και τα βέλη του ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Από περιέργεια η Ψυχή ακούμπησε ένα από τα βέλη του και πληγώθηκε από την άκρη του, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον Έρωτα παράφορα.  Ωστόσο το κερί έσταξε πάνω στον ώμο του κοιμισμένου Έρωτα ο οποίος ξύπνησε ξαφνιασμένος και πέταξε μακριά, εξαγριωμένος με την Ψυχή που δεν κράτησε το λόγο της.
Η Ψυχή, περιπλανιόταν απελπισμένα από μέρος σε μέρος αναζητώντας τον σύζυγό της. Ικέτεψε την Δήμητρα και την Ήρα να την βοηθήσουν, αλλά  αρνήθηκαν . Τότε η Ψυχή αποφάσισε να προσεγγίσει την Αφροδίτη και να προσπαθήσει να κατευνάσει το θυμό της.
Η Αφροδίτη είχε φυλακίσει τον Έρωτα για να ξεχάσει την Ψυχή και να επουλωθεί το τραύμα του. Άκουσε τις ικεσίες της  και συμφώνησε να την βοηθήσει αφού πρώτα  περάσει τρεις δοκιμασίες. Πέρασε τις δύο πρώτες , μα η Τρίτη  ήταν πολύ δύσκολη. Έπρεπε να κατέβει στον Άδη για να φέρει το κουτί της Περσεφόνης που περιείχε το ελιξήριο της ομορφιάς.
Η Ψυχή πήρε το κουτί  όμως δεν μπόρεσε να νικήσει την περιέργειά της και το άνοιξε.
 Δεν φάνηκε να υπάρχει τίποτα μέσα σ' αυτό αλλά  έπεσε αμέσως σε βαθύ ύπνο.
Εν τω μεταξύ ο Έρως είχε αναρρώσει από το έγκαυμά του. Γεμάτος με επιθυμία για την Ψυχή, δραπέτευσε από το δωμάτιο στο οποίο τον είχε φυλακίσει η μητέρα του, βρήκε την αγαπημένη του και επέστρεψε τον ύπνο στο κουτί, βοηθώντας την Ψυχή να εκτελέσει την αποστολή της.  Πέταξε έπειτα μέχρι τον Δία για να τον ικετέψει να εγκρίνει τον γάμο του μαζί της.
Ο Δίας συμφώνησε και κάλεσε τους θεούς για να τους γνωστοποιήσει την απόφασή του. Δήλωσε ότι ο Έρωτας έπρεπε τώρα να αρχίσει να φέρεται επιτέλους όπως ένας αληθινός σύζυγος και όχι ως επιπόλαιος νέος. Ανέθεσε στον Ερμή να φέρει το κορίτσι στον Όλυμπο όπου ο γάμος γιορτάστηκε με χαρά. Ο Έρωτας και η Ψυχή παρέμειναν σύζυγοι και απέκτησαν έναν γιο, τον Βόλουπτας (φιλήδονος).
Η ιστορία είναι του Ρωμαίου  συγγραφέα Απουλήιου  που την περιλαμβάνει στην ανθολογία του, το 2ο μ.Χ αιώνα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου