Αναρωτηθήκατε
ποτέ όταν μεγαλώσουμε που πάνε τα παιχνίδια που είχαμε παιδιά; Κάποια σε
χαρτόκουτες στο πατάρι, κάποια στον κάδο της γειτονιάς, κάποια όμως τριγυρίζουν
στο δάσος ψάχνοντας ένα σπίτι, ένα φίλο, μια οικογένεια. Γιατί μέρες που είναι θέλουν
να ανήκουν κάπου. Σαν τον Πέτρο, το μικρό αρκουδάκι.
Του Πέτρου δεν του άρεσε η μοναξιά, ούτε το σκοτάδι. Έζησε όμορφες στιγμές με χαρές, στοργή και αγάπη. Τώρα όμως δεν ήθελε περιπέτειες. Ήθελε μόνο ένα σπίτι να ξεχειμωνιάσει μιας και το δικό του ήταν σχεδόν ετοιμόρροπο. Έπρεπε να προλάβει, σε λίγες μέρες ήταν Χριστούγεννα.
Τριγύριζε
στο δάσος, έψαχνε, ρώταγε. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Άρχισε να απογοητεύεται. Είχε
απομακρυνθεί πολύ απ’ το σπίτι αλλά συνέχισε να περπατά. Κόντευε να νυχτώσει κι
έκανε πολύ κρύο. Οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν. Ο Πέτρος ήταν πολύ
λυπημένος. «Αν δεν βρω κάπου να μείνω, το πρωί θα με βρουν παγωμένο»
μονολογούσε! Σαν από θαύμα, είδε δυο παράθυρα φωτισμένα κι αναθάρρησε. Χτύπησε
την πόρτα και περίμενε. Η Μαρίνα η αλεπού άνοιξε και πίσω της τα πέντε της παιδιά
που κοίταζαν με περιέργεια τον Πέτρο.
«Σας παρακαλώ, θα μπορούσα να μείνω εδώ απόψε;»


.png)

