Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Όσο καίει ακόμα το καντήλι της μνήμης

Αξημέρωτα χτύπησαν οι καμπάνες  εκείνο το πρωί του Οχτώβρη στον Αη-Γιώργη. Σταυροκοπήθηκαν οι Αη-Γιωργήτες απορημένοι. Τέτοια ώρα δεν ήταν για καλό. Γαυγίσματα σκυλιών, φωνές και ποδοβολητά από αλόγατα που ακούονταν όλο και πιο κοντά, ξεσήκωσαν τον κόσμο. Ένα βουητό που ολοένα μεγάλωνε σαν τον Αλήμπεη, τον ποταμό που περνούσε όξω απ’το χωριό και γίνονταν θεριό μανιασμένο με τις βροχές του χειμώνα παρασύροντας ότι έβρισκε στο δρόμο του. Βγήκαν στο σοκάκι οι άντρες όπως-όπως. Γυναίκες ξεμαλιασμένες απ’ τον ύπνο άνοιγαν τα παραθύρια. Τοίχο- τοίχο πήρε σβάρνα τα σπίτια ο Γιάγκος της άμια-Μαρίκας.
- Χωριανοί για όνομα του Θεού σκωθήτε έρχονται οι νιζάμηδες*
-Παναγία μου Μπαλουκλιώτισσα πρόφταξε! έκαμαν το σταυρό τους κι απέ σήκωσαν βουβό το κλάμα μανάδες και παιδιά.
 Ήξεραν πως κάθε φορά που έρχονταν στο χωριό ζαπτιέδες* ή νιζάμηδες* δεν ήταν για καλό.
 Μ’ ένα σύννεφο σκόνης ήρθαν και ένα φιρμάνι που δεν σήκωνε κουβέντα. Ένα μήνα διορία να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν για την Ελλάδα. Ανταλλαγή πληθυσμών, είπαν. Ούτε που κατάλαβαν τι ήταν. Πήραν οι γραμματιζούμενοι να τους εξηγήσουν. Φαρμακώθηκε η ψυχή τους. 
 -Έτσι…...μαζέψαμε όσα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, μη φανταστείς και τίποτα σπουδαία δηλαδή. Δυο μπόγους ρούχα κάτι τεντζερέδια και μπακίρια και τ' άγια εικονίσματα. Ποιος είχε μυαλό μια τέτοια ώρα για τ' άλλα. Έμειναν τα κελάρια γεμάτα γεννήματα και μπερεκέτια. Οι Αη-Γιωργήτες ήταν άνθρωποι δουλευτάρηδες, νοικοκυραίοι, άξιοι. Δούλευαν τη γη όλη μέρα με ιδρώτα και κείνη τους αντάμειβε με όλα τ’αγαθά του Θεού. Πλούσια χώματα, τον καιρό της σοδειάς, γέμιζαν τα κελάρια, γέμιζαν και τα κεμέρια με λίρες. Στάρια, καλαμπόκια, σταφύλια, σύκα, ρεβύθια και κουκιά κι ότι άλλο βάνει ο νους. Γυάλιζε κι έλαμπε ο κάμπος με τον ήλιο, ασήμιζε τις μέρες της βροχής.
 -Ααχ γιαβρί μ’, αχ τζιέρι μ', κανένα να μην αξιώσει ο Θεός! Δέσαμε κόμπο την καρδιά μας και φύγαμε αφήνοντας σπίτια και περιουσίες. Δεν ήμουν τότε ούτε είκοσι χρονώ. Κοπελίτσα κοντυλένια με λουλουδένιο φόρεμα, με νταντελένια γιακαδάκια και χοντρές πλεξούδες. Μονάχος ήταν κι ο παππούς σου σαν έχασε γυναίκα και παιδί στη γέννα, κόντευε πια τα τριάντα, είδε κι απόειδε κι είπε να κάνει καινούργια οικογένεια με όλα τα πρεπούμενα. Δεν γέλαγε πολύ το χείλι του, μα ήταν άνθρωπος του μόχθου, φιλότιμος, άξιος δουλευτής, κιμπάρης. Δεν προφτάξαμε.
Έτσι άρχιζε η γιαγιά την ιστορία της για την πατρίδα, φορτωμένη θύμησες και πίκρες κι ένα δάκρυ λαμπύριζε στα μάτια της. Πίκρα που γίνονταν λέξεις, λέξεις που γίνονταν παραμύθι κι ας έκαιγαν την ψυχή της. Παραμύθι σκληρό για παιδικές ψυχές, μα πέρα για πέρα αλήθεια. Δεν ξεριζώνονται εύκολα οι θύμισες.
Χρόνια αργότερα έμελλε να την ακούσω απ’τον πατέρα μου. Μόνο που τώρα δεν ήμουν πια παιδί. Διψούσα να μάθω. Κι έβρισκα αφορμή κάθε που πίναμε τον καφέ μας να ξετυλίξουμε το κουβάρι της μνήμης που η μια του άκρη ήταν εκεί "στην πατρίδα". Κι εκείνος άρχιζε μ’ ένα τρόπο όπως τότε που μου ‘λεγε τα παραμύθια. Ιστορίες ισάξιες του Ηλία Βενέζη, του Κοσμά Πολίτη, της Μαρίας Ιορδανίδου που άγγιζαν την ψυχή μου δίχως να ξέρω το γιατί. Ίσως και να‘ταν η συγκίνηση που χρωμάτιζε τη φωνή του κάθε φορά που έφερνε στο νου της μάνας τα παθήματα.

Την ιστορία λίγο-πολύ την ήξερα, μα τα συναισθήματα δεν τα γράφει κανένα βιβλίο.
" Στα μισά του Οχτώβρη του ’22 η Ανατολική Θράκη πέρασε στα χέρια των Τούρκων. Η ισχυρή παρουσία στρατού που άφησε μια τόση δα ελπίδα πως θα ησύχαζαν πια τα πράγματα δεν έπιασε τόπο. Οι μεγάλες δυνάμεις αποφάσισαν την παράδοσή της στη Τουρκία. Το κίνημα Πλαστήρα-Γονατά άργησε πολύ. Ο Βενιζέλος δέχτηκε με περισσή ευκολία την απόφαση χωρίς ποτέ να μάθουμε το γιατί. Στο τέλος του Ιούνη του ’23 με τη συνθήκη της Λωζάνης υπογράφτηκε η ανταλλαγή πληθυσμών που στάθηκε η τελευταία δραματική σελίδα στην ιστορία του Μικρασιατικού Ελληνισμού και η ταφόπλακα της Ανατολικής Θράκης. Έτσι το τρίτο κύμα της μεγάλης φυγής με 300 χιλιάδες πρόσφυγες εγκατέλειψε τα πατρώα εδάφη το ’23 και ολοκληρώθηκε μέχρι το τέλος του’24. Ένας κύκλος τριών χιλιάδων χρόνων της ιστορίας έκλεισε οριστικά"

 Ένα, ένα ερήμωσαν τα χωριά. Ένα ατέλειωτο καραβάνι πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Οχτώβρης μήνας, έβρεχε ανελέητα και μόνο το ξέπνοο μουγκανητό απ’ τα άμοιρα ζώα που αγκομαχούσαν απ’ τους βαρυφορτωμένους άραμπάδες ακούονταν μαζί μ’ ένα πνιχτό λυγμό. Η αγωνία και ο φόβος κράταγαν κλειστό το στόμα. Μονάχα η σπαραχτική κραυγή μιας μάνας όταν οι Τσέτες σα λυσασμένα σκυλιά  ξεμονάχιαζαν το σπλάχνο της κι υστερα η φωνή ενός παραλοϊσμένου κοριτσιού έσκιζε απ' άκρη σ' άκρη το καραβάνι. Κι ο θάνατος πηγαινοέρχονταν και μάζευε ψυχές χωρίς εξαίρεση από  ανθρώπους και ζωντανά.

 Στον Άη-Γιώργη* μάζεψαν ότι προφτάξανε, μαντάλωσαν τα σπίτια, πήραν τ΄ Άγια Ευαγγέλια και τ΄ Άγια Λείψανα, έκαμαν το σταυρό τους και πήραν το δρόμο για τα παράλια. Άδεια κουφάρια χωρίς ψυχή.
  Bαριά τα πλοία φεύγουν απ' τον Άγιο-Στέφανο. Ένας κόσμος πνιγμένος στη σιωπή, εσύ, εγώ, ο διπλανός μου, ο κόσμος όλος που πορεύονταν βουβός κι ανήσυχος.
 Νέισα.* Δυό μέρες μετά τους φόρτωσαν σένα καράβι. Την ώρα που ξεμάκραιναν ο ήλιος είχε κιόλας σηκωθεί δυο οργιές και έριχνε ένα φως χρυσαφένιο στις βουνοκορφές π’άστραψαν από ομορφιά. Ήταν η τελευταία εικόνα που έκλεισαν στην καρδιά και τη φύλαξαν σα φλουρί Κωνσταντινάτο.
 Κι άμα σιγουρεύτηκαν πως γλύτωσαν τον κίνδυνο, άφησαν τη  πίκρα να ξεσπάσει. Ένα λαούτο έπιασε ένα θλιμμένο σκοπό γεμάτο πόνο. Βόγγηξε η ψυχή. Ένας θρήνος κι ένα μοιρολόι απ’άκρη σ’άκρη. Ο μπάρμπα-Μηνάς, ψάλτης στην εκκλησία τ' Αη-Γιώργη, πήρε να διαβάζει την παράκληση κι από κοντά η άμια-Δέσπω, η Χρυσώ κι η άμια-Ταρσή. Φαρμάκι και χολή το σάλιο. Με το ζόρι έβγαιναν οι λέξεις.
- "Παναγία μου, κι Αη μου Γιώργη μη μας εγκαταλείψεις"
 Σαν βγήκαν στα ανοιχτά άφρισε η θάλασσα. Ένας διαβολεμένος αέρας μπάτσιζε το πρόσωπο, σήκωνε βουνά τα κύματα λες κι έβαλαν σκοπό οι δυο τους ποιος θα τους ξεπαστρέψει πρώτος. Βρήκαν απάγκιο σε μια γωνιά, έστρωσαν δυο κουρέλια και κούρνιασαν να βολευτούν. Κι ο ύπνος βαρύς κουρσούμι, τυλιγμένος θαρρείς σε μαύρο σάβανο. Δυο μέρες και δυο νύχτες παράδερναν με το κύμα κι έδωσε ο Θεός τρεις μέρες μετά βγήκαν στη Σαλονίκη. Βρώμικοι, πεινασμένοι, άρρωστοι οι περισσότεροι και μια ψυχή χίλια κομμάτια σκορπισμένα στους πέντε ανέμους. Στο λιμάνι τους έζωσαν τα μαύρα φίδια. Άνθρωποι αλλοπαρμένοι σαν τα πουλιά που τα σκόρπισε μια ξαφνική μπόρα, έκλαιγαν, παρακαλούσαν, ρωτούσαν για τους δικούς τους.
 Εξαθλιωμένοι μπήκαν σε μια σειρά για την καταγραφή. Σαμλαριανοί, Καλφιώτες, Καλλιώτες, Μακροχωρίτες, κάποιοι από πιο μακριά, όλοι με τον ίδιο πόνο.
 Χειμώνα είχαν μπροστά, όσο ακόμα κράταε ο καιρός έπρεπε να βρουν ένα τσαρέ*. Ξεσηκώθηκαν να φύγουν. Να διούνε Θεού πρόσωπο.
 Ήταν νοικοκυραίοι, μπαξεβάνηδες, καλφάδες*και τεχνίτες. Θα έβρισκαν ένα κομμάτι γης να ριζώσουν, να κάνουν καινούργια πατρίδα, να τους θυμίζει τον τόπο τους.
 Όρισαν μια επιτροπή από τους πιο γραμματιζούμενους, να τους ορμηνέψει. Έσμιξαν με άλλους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, την Καππαδοκία, τον Πόντο, δικοί τους άνθρωποι κι αυτοί, ξεριζωμένοι, βασανισμένος κόσμος. Μάζεψαν το κουράγιο τους και ξεκίνησαν πάλε. Ο δρόμος τους έφερε στη Θράκη. Δεν ήταν άνθρωποι της πόλης. Τράβηξαν βόρεια.
  Το χωριό ήταν μικρό, μα όμορφο. Είχε ελιές, αμυγδαλιές, αμπέλια κι η πόλη μια ώρα δρόμο με τον αραμπά. Απ’ το βορρά καλά προφυλαγμένο από ψηλά βουνά κι απ’ το νοτιά κατάντικρα στη θάλασσα, όταν φυσάει όστρια, να ‘ρχεται ως το χωριό αγέρας πελαγίσιος. Έμοιαζε με την πατρίδα. Σπίτια παλιά Βουλγάρικα τα περισσότερα, χτισμένα με άχυρο και λάσπη, ένα περιβολάκι και μια τεράστια αμυγδαλιά στην αυλή, όλη τους η περιουσία.
Εκεί έμειναν. Δούλεψαν σκληρά, δεν ζήτησαν ελεημοσύνη, έμενε να ξαναβρούν τη ζωή τους έτσι απλή και μετρημένη, όπως τότε.  Έχτισαν καινούργια σπίτια, μερεμέτισαν τα παλιά, φύτεψαν μπαχτσέδες, έσπειραν σπόρους αντοχής και σιγά-σιγά στήσανε καινούργια πατρίδα απ' τα θεμέλια. 
 Δέντρα ήταν οι πρόσφυγες. Τι κι αν τους κόψαν τον κορμό. Είχαν γερές τις ρίζες και πέταξαν καινούργιες φύτρες. 
 Οι χαρές ζυμωμένες με πίκρα. Τιμή η καταγωγή τους. Πρώτοι ανάμεσα σε πρώτους, στις τέχνες, στο εμπόριο, στα γράμματα. 
Στον καφενέ μαζεύονται και λένε τα δικά τους. Κι ύστερα από δυο ρακές πιάνουν ένα παραπονιάρικο μακρόσυρτο αμανέ να ξεχαστεί ο καημός, να κρατηθεί η ψυχή κι ανάμεσα σε δυο ρυτίδες να γλυκάνει ο πόνος. Ο χρόνος γιατρεύει λένε τις πληγές, δεν τις γιατρεύει, μοναχά τις κλείνει πρόχειρα και σ' αφήνει να ζεις μ' αυτές και να αντέχεις.
 Τις σφάλησαν, κοίμησαν το όνειρο στην άκρη της ψυχή και μ αυτό πορεύτηκαν ως τα γεράματά τους. Κι όταν θυμούνται την πατρίδα, η ψυχή πλανιέται στα σοκάκια τ’Αη-Γιώργη, εκεί που ανάμεσα στους ρημαγμένους τάφους σφυράει ο αγέρας εγκατάλειψη κάτω απ' τα κυπαρίσσια, εκεί που γράφτηκε και τέλειωσε η ιστορία.
 Καμμιά φορά μπερδεύουν τη θύμηση με τ’όνειρο. Σαν θαμπή ανάμνηση. Και τότε στα σοκάκια του νου φυτρώνουν πάλε μανουσάκια και μοσκοβολάει ο ντουνιάς. Γυρίζει ο νους στα σπίτια τα φρεσκοασβεστωμένα με τα προικιά των κοριτσιών τ΄αγγελοκεντημένα με ασημοκέντητη κλωστή και παν' στη βρύση τη πετρόχτιστη με τ’ασημένιο τάσι που τα κορίτσια όλο τερτίπια και τσαλίμια κερνάν τα παλληκάρια να σβήσει ο σεβντάς κι απάνω στο καμπαναριό Άγγελος μ΄ ολόλευκα φτερά και πύρινη ρομφαία φυλάει τον Αι-Γιώργη.


Στη μνήμη των παππούδων και των γονιών μου που έφυγαν αφήνοντας πίσω μνήμες άξιες αναφοράς
Αννίκα



Αι-Γιώργης= χωριό έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη, σημερινό Καγιάμπασι
Ζαπτιεδες=Χωροφύλακες
Κάλφας=βοηθός τσαγγάρη
Νέισα=ας είναι
Νιζάμης=Τούρκος στρατιώτης
Τσαρές=λύση


Η 14η Σεπτεμβρίου είναι ημέρα μνήμης και συγχρόνως ημέρα απόδοσης τιμής και χρέους στον Μικρασιατικό Ελληνισμό. Χρέος μας είναι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές τις ιστορικές μας παρακαταθήκες, την ιστορία που σημάδεψε μια εποχή και που δυστυχώς κάποιοι προσπαθούν να αλλοιώσουν

10 σχόλια:

  1. Πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε αυτό το καντήλι αναμένο...
    Οι άνθρωποι αυτοί έζησαν έναν ξεριζωμό κι όμως βρήκαν τη δύναμη να ριζόσουν ξανά στο νέο τόπο και να προκόψουν. Τι ψυχικά αποθέματα είχαν; Μακάρι να μη χρειάζεται να μαθαίνει ο άνθρωπος πόσες αντοχές εχει. "Να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν΄αντέξεις" 'ελεγε η γιαγιά μου.
    Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην ξεχάσουμε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νίκη μου κινδυνεύουμε να χάσουμε την ταυτότητά μας όταν ποδοπατούμε και ακόμη χειρότερα αλλοιώνουμε την ιστορία. Υπεύθυνοι είμαστε εμείς που με την αδιαφορία και την απαξίωση διαγράφουμε το παρελθόν και τις αξίες που μας κληροδότησαν. Μακάρι να μη χρειαστεί να δοκιμάσουμε τις αντοχές μας... μακάρι! Σ' ευχαριστώ καλό βράδυ!

      Διαγραφή
  2. Αυτές οι παρακαταθήκες θα μας σώσουν. Αννίκα με έκανες και δάκρυσα. Ναι τα ξέρουμε από την ιστορία αλλά τα συναισθήματα τα νοιώθουμε και το αφιέρωμά σου στη μνήμη των δικών σου με έκανε να νοιώσω τον πόνο του ξεριζωμού.
    Σ'ευχαριστώ γι αυτό
    Και να μην ξεχνάμε ποτέ. Και τίποτε!! Γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα είμαστε ανίσχυροι
    Καλή σου εβδομάδα
    Σε φιλώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλώς την!! Σκοπός αυτής της ανάρτησης είναι να βάλουμε λάδι στο καντήλι της μνήμης. Όχι για να αποδώσουμε ευθύνες αλλά για να γίνει η γνώση δίδαγμα, να γίνει δύναμη, να μη χαθεί ο λόγος που κράτησε ζωντανή τη μνήμη έναν αιώνα. Γιατί λαός χωρίς μνήμη είναι λαός χωρίς μέλλον.
    Άννα μου σ’ ευχαριστώ…καλή εβδομάδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. κανονικος συγγραφεας!!!!! μπραβο!!!! μαθαινω πραγματα που δεν τα γνωριζα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς την! Ο μπαμπάς Ρούλα μου. Ήξερα πως του άρεσε η ιστορία και κάθε φορά που κουβεντιάζαμε για την "πατρίδα" (ακόμη κι εκείνος έτσι την αποκαλούσε) άστραφτε το βλέμμα του, κι εμένα μου άρεσε γιατί του' δινα την ευκαιρία να θυμάται. Κι αυτό του έκανε καλό.
      Έμαθα κι εγώ πράγματα μέσα απ'τις συζητήσεις μας. Καλό είναι να τα ξέρουν και τα εγγόνια μας.....Να είσαι καλά , Καλό Μήνα..φιλιά

      Διαγραφή
  5. Τι ομορφη εξιστόριση Αννικα μου και τι ομορφα που την απέδωσες με την γραφή σου.. παρ όλο που ο ξεριζωμός απο τον τόπο που γενιεσαι με αυτόν τον τροπο ειναι ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα των ανθρώπων .. πόσο δυσκολες μερες είχαν περασει και ομως εγιναν οπως το λες νοικοκυραίοι ολοι τους και εχουν περασει στα παιδια και στα εγγονια τους εθιμα και παραδοσεις του τοπου οπου γεννηθηκαν.. οι πιο πολοί εχουν φυγει.. αλλα συνεχιζουν την παραδοση τα παιδια τους..το ξερω απο μεσα αυτο γιατι η πεθερα μου ηταν μια απο αυτους τους ξεριζωμενους οταν τους εφεραν εδώ 11 χρωνων παιδι και ομως θυμόταν και μας τα ελεγε..
    Με συγκινησε πολύ το αφιερωμα που εκανες μπραβο σου..
    Μπορεί να αργώ να περασω ομως δεν θελω να αφηση καμια αναρηση σου αδιαβαστη.. να εισαι καλα,, φιλακιααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρούλα μου είναι αλήθεια πως εύκολα ξεχνάμε αλλά και ακόμη χειρότερα στις μέρες μας αλλοιώνουμε την ιστορία. Εμείς Τρίτη γενιά προσφύγων έχουμε χρέος να κρατήσουμε ζωντανές τις μαρτυρίες και τα βιώματα των παππούδων γιατί παρά τις τραγικές συνθήκες είχαν το ψυχικό σθένος να σταθούν στα πόδια τους. Αντέχουμε όσα μα δίνει ο Θεός έλεγαν. Φωνές που σιγά-σιγά χάνονται στο χρόνο, δεν πρέπει να ξεχαστούν. Σ' ευχαριστώ Να είσαι πάντα καλά!

      Διαγραφή
  6. Πόσο συγκινήθηκα Αννίκα μου με αυτή σου την ανάρτηση.
    Είδα που το έγραψες στης Στεφανίας και ήρθα.
    Και οι δικοί μιυ παππούδες,από τη μεριά του πατέρα μου, ήρθαν από κει και κάθε φορά που διαβάζω για την προσφυγιά, πονάει η καρδιά μου.
    Δυστυχώς πάνε να αλλοιώσουν την ιστορία μας μιλώντας για απλό συνωστισμό λες και πήγαιναν για διακοπές σε νησί.
    Να είσαι καλά και φιλάκια πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρένα μου Καλημέρα έστω και ζεστή!
      Mια προσωπική πινελιά μιας εποχής που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά και που προσπαθούν να εξαφανίσουν όπως λες. Οργίζομαι όταν κάποιοι, ποιος ξέρει με τι συμφέροντα, προσπαθούν να αλλοιώσουν την ιστορία. Και δεν μιλάει κανείς για αυτό. Θα τρίζουν τα κόκκαλα χιλιάδων νεκρών. Θεωρώ υποχρέωση να διατηρήσουμε τις μνήμες όσο ακόμη κρατάνε, να υψώσουμε τη φωνή μας στην αλήθεια.
      Γιατί η μνήμη γίνεται δίδαγμα.
      Σ' ευχαριστώ για το χρόνο σου και τη χαρά της επίσκεψής σου.
      Να είσαι καλά, να περνάτε καλά με τα ζουζούνια σου και με το καλό της Παναγίας!

      Διαγραφή